Η ξηροφθαλμία παραδοσιακά αντιμετωπίζεται ως μια τοπική πάθηση της οφθαλμικής επιφάνειας, με επίκεντρο την αστάθεια του δακρυϊκού φιλμ και τη φλεγμονή των μεϊβομιανών αδένων. Ωστόσο, η συχνή δυσαναλογία ανάμεσα σε κλινικά σημεία και συμπτώματα, καθώς και η συννοσηρότητα με νευρολογικά σύνδρομα πόνου, οδήγησαν την Επιστημονική Ομάδα Εργασίας του World Organization of Dermophthalmology (WOD) —με τη συμμετοχή ειδικών από την οφθαλμολογία, τη νευρολογία, τη νευροεπιστήμη, την ιατρική του πόνου, τη δερματολογία, την οδοντιατρική, την ωτορινολαρυγγολογία και τη λειτουργική νευροαπεικόνιση— να αναζητήσουν ένα ευρύτερο ερμηνευτικό πλαίσιο.
Το αποτέλεσμα είναι το Μοντέλο Συνδεσιμότητας Οφθαλμικής Επιφάνειας–Εγκεφάλου, μια νευροβιολογική πρόταση που αντιμετωπίζει την οφθαλμική επιφάνεια όχι απλά ως ανατομική δομή, αλλά ως δυναμική νευροαισθητηριακή διεπιφάνεια υψηλής πυκνότητας. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η αστάθεια του δακρυϊκού φιλμ μπορεί να επηρεάζει την τριδυμική αισθητηριακή εισροή και, μέσω αυτής, τη φλοιϊκή επεξεργασία και την αντιληπτική άνεση—ένα φαινόμενο που γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό υπό συνθήκες χρόνιας ψηφιακής οπτικής επιβάρυνσης. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη ρύθμιση φαίνεται να διαδραματίζει ο λεγόμενος Οφθαλμοδερματικός Φραγμός, η ακεραιότητα του οποίου συνδέεται με τη σταθερότητα του περιφερικού αισθητηριακού φορτίου.
Το άρθρο δεν επαναπροσδιορίζει τη ξηροφθαλμία ως πρωτοπαθή νευρολογική διαταραχή, αλλά επεκτείνει την υφιστάμενη γνώση εντάσσοντάς τη σε ένα ευρύτερο νευρορυθμιστικό πλαίσιο, προτείνοντας παράλληλα ελέγξιμες ερευνητικές υποθέσεις για το μέλλον του πεδίου. Η πρακτική σημασία της σταθεροποίησης αυτού του φραγμού —μέσω της υγιεινής των βλεφάρων— αναλύεται εκτενώς στο κείμενο, και βρίσκεται στη βάση της σειράς προϊόντων Δερμοφθαλμολογίας Ophthalmogen